Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Αποδοχή

     Το βήμα του ήταν αργό και χωρίς ρυθμό. Έμοιαζε περισσότερο με περπάτημα μεθυσμένου που συνέρχεται σταδιακά. Τα δέντρα γύρω του σιωπηλά, ξεπηδούσαν σε κάθε βήμα του μέσα από την πυκνή ομίχλη που κάλυπτε τα πάντα. Βρισκόταν μέσα σε ένα δάσος. Ήταν όλα θολά. Δεν ήταν όμως όνειρο. Βρισκόταν πράγματι εκεί. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ώρα. Για την ακρίβεια δεν ήξερε καν που βρισκόταν. Ούτε πως κατέληξε εκεί. Η μνήμη του ήταν κενή. Τα πόδια του γλιστρούσαν απαλά επάνω στο υγρό χορτάρι. Ήταν ξυπόλητος. Παρόλα αυτά όμως δεν έδειχνε να ενοχλείται ιδιαίτερα. Ίσως και καθόλου. Τα κοίταξε για λίγο και στράφηκε πάλι μπροστά χωρίς να δώσει πολύ σημασία. Η κρίση του έμοιαζε με λιμνάζοντα νερά. Μετά βίας μπορούσε να κάνει σκέψεις. Το κεφάλι του πονούσε ελαφρά. Δεν υπήρχε δρόμος μπροστά του. Προχωρούσε απλά χωρίς προορισμό, μέσα από ένα νοητό μονοπάτι που κανείς δεν ήξερε που κατέληγε. 
   Χάιδεψε μηχανικά το πρόσωπό του για να διαπιστώσει ότι ήταν βρεμένο. Έκλαιγε; Ίσως. Ή υγρασία πάντως γύρω του ήταν τόσο έντονη, που σε αρρώσταινε. Ενδεχομένως και αυτό να τον έκανε έτσι. Τι με ξέβρασε εδώ, σκέφτηκε για πρώτη φορά ολοκληρωμένα. 
   Τα ρούχα του έπεφταν επάνω στο σώμα του νωπά από τον καιρό γύρω του, δείχνοντας και αυτά το ίδιο ταλαιπωρημένα με τον ίδιο. 
   Συνέχισε να περπατάει, χωρίς να ξέρει γιατί. 
   Αργά. Νωχελικά. Σαν κάτι να τον οδηγούσε. 
   Ανάμεσα από το χορτάρι ξεπηδούσε πότε πότε άτακτα κάποιο λουλούδι του δάσους, σπάζοντας την μονοτονία του πράσινου χαλιού. Τα κλαδιά των δέντρων κρέμονταν σε διάφορα ύψη, ξεπροβάλλοντας μέσα από τον λευκό μανδύα της ομίχλης σαν πόδια κάποιας γιγάντιας αράχνης. Το μυαλό του έπαιρνε σιγά σιγά στροφές, χωρίς όμως ακόμη να μπορεί να απαντήσει στα πιο σημαντικά: Πού ήταν; Προς τα πού πήγαινε; 
   …Ποιος ήταν; 
   Κάπου εκεί, στη τελευταία του σκέψη, ένας τρόμος τον πλημμύρισε και του έδωσε μια γερή σπρωξιά στο μυαλό, ένα βήμα έξω από το νοερό μεθύσι.    
   Και τότε ήταν που και το περπάτημα του επιτέλους σταμάτησε. 
   Όχι όμως γιατί συνήλθε. Όχι γιατί επιτέλους κατάφερε να ελέγξει τον εαυτό του. 
Σταμάτησε γιατί η υποτιθέμενη αυτή πορεία που του χάραξε το σιωπηλό δάσος, έφτασε στο τέλος της. Αποσβολωμένος, έμεινε να κοιτάζει μπροστά του με απορία. 

Ένα απόσπασμα από το διήγημα "Αποδοχή"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου