Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Η απαρχή...

   Τα βήματά του ήταν γρήγορα, έβγαζαν όμως έναν περίεργο ήχο. Δεν ακούγονταν δυνατά, αλλά, κατά κάποιον τρόπο, κούφια. Ένας πνιχτός ήχος. Κοίταξε το έδαφος, ωστόσο δεν μπορούσε να διακρίνει τι πατούσε ακριβώς, γιατί τα πάντα ήταν βυθισμένα σε πυκνό σκοτάδι. Παρόλα αυτά περπατούσε τόσο γρήγορα που ήταν σαν να έτρεχε, κι ας μην έβλεπε πού πήγαινε. Υπήρχε μία έντονη υγρασία στον λιγοστό αέρα, μία υγρασία που σου έκοβε την ανάσα. Περπατώντας ασταμάτητα, στο βάθος αχνοφάνηκε κάποιο φως. Όσο περνούσε η ώρα, το φως φαινόταν πιο καθαρά. Ήταν μία γραμμή φωτός περίπου στο ύψος των πελμάτων. Φτάνοντας πολύ κοντά πλέον, ήταν ξεκάθαρο ότι επρόκειτο για μία κλειστή πόρτα, όπου το φως από την άλλη πλευρά φαινόταν από το κάτω μέρος σαν μία στενή γραμμή. Το χερούλι της, που μετά βίας φαινόταν, είχε ένα παράξενο σχήμα. Το έπιασε και σπρώχνοντας, η πόρτα άνοιξε διάπλατα, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Το φως τύφλωσε μονομιάς τα μάτια του. Τα έκλεισε για δευτερόλεπτα και μόλις τα άνοιξε, αντίκρισε μία τεράστια πόλη την οποία έβλεπε πανοραμικά. Ήταν κάπου ψηλά, όμως δεν μπορούσε να καταλάβει πού. Λίγα μέτρα μπροστά του βρισκόταν ένας άντρας με γυρισμένη την πλάτη. Φορούσε ένα μαύρο κοστούμι, ήταν αρκετά ψηλός χωρίς μαλλιά και στεκόταν ακίνητος. Κοίταξε την αχανή πόλη και έπειτα τον ακίνητο άντρα. Ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ήταν λες και κάποιος του είχε ράψει το στόμα με χοντρή κλωστή. Περπάτησε δειλά προς τον άντρα, ενώ τα βήματά του τώρα δεν ακούγονταν καθόλου. Φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής σταμάτησε και απλώς τον κοίταξε. Ο άντρας με το κοστούμι εξακολουθούσε να παραμένει ακίνητος έχοντας την πλάτη του γυρισμένη. Σήκωσε αργά το χέρι του και έκανε να ακουμπήσει τον ώμο του άντρα. Δείλιασε για λίγο, ώσπου τελικά τον ακούμπησε. Απροειδοποίητα ο ακίνητος άντρας γύρισε απότομα βγάζοντας έναν απόκοσμο ήχο, έναν ήχο που δεν έμοιαζε ανθρώπινος. Ο ήχος τρύπησε τα τύμπανα των αυτιών του, ενώ οι παλάμες του τα κάλυψαν ακαριαία για να τα προστατέψουν. Τα μάτια του έκλεισαν απότομα και ένιωσε ένα οστικό κύμα να τον πετάει μακριά.

                                                                            
                                                 Ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Σκοτεινές μέρες"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου